Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

μάιος





Άλλες φορές ξεχνάω, άλλες φορές πονάω. Δεν υπάρχουν άλλες φορές.

It’s a play.
Τα δάκρυα είναι καλλυντικά
Τα αισθήματα επαναφορτιζόμενα
Ζητείται δεύτερο πρόσωπο
(για να του γράφω)

Καλημέρα σκύλα ανίκητη 
ματαιοτήτων ματαιότης
Συστρέφεται η λύπη μέσα μου 
σαν πείνα και σαν φίδι
(μη σ’ εύρει άδειο σ' έφαγε)

Το μουνί της πόρνης είναι η θεία κοινωνία
Μ' ευλάβεια να το προσκυνάτε
(Το δισκοπότηρό μου μέσα!)

Αρνούμαι. 
Σαν χίλιες καρφίτσες που επιστρέφουν στον μαγνήτη
Με χίλια χέρια ξαναγυρίζω
(από την πλάτη το τράβηγμα)
Δεν ακούει κανείς 
Οι λέξεις οδύρονται μέσα στις παρενθέσεις
Αλλάζει ο δρόμος της επαναφοράς 
Σήμερα χώματα
Στείλε με ή μάζεψέ με.

Εισπνοές ιωδίου, μέχρι να ανατραπούν ορμονικές ανισορροπίες
Θάλασσες και σεντόνια, καμβάδες του μεσημεριού
Κέντα (στον Άσο)
(ρομαντικός ψευδοφαινότυπος αλλόγλωσσων αλληλομόρφων)
Μέσα κύμα
Γλωσσοφιλίες ονείρων.


"Ο ίμερος αλλοιούται σαν τη σελήνη" 
Με τα φεγγάρια μωρό μου η τρέλα μου
κι η λογική στην μολυβένια μύτη του διαβήτη
(η ακτίνα ορίζεται από το χρώμα του συναγερμού)
Κύκλος πορτοκαλί
Παύση, κύκλος πορτοκαλί
Προς το παρόν κάνουμε βόλτες στη μαύρη περιοχή του ουρανού
Σαν αεροπλάνα σε αναμονή προσγείωσης
Είμαι μαγεμένη 
Και είμαι μόνη
Δεν τον μοιράζομαι τον ουρανό, δεν διεκδικώ τη θάλασσα
Σε κάθε περίπτωση έχει ένα βελούδινο χαμόγελο η φωνή μου
Όποτε βρείτε λίγη καλοσύνη
αφήνετε ένα χάδι.

Μας λυπήθηκα ξαφνικά, όλους μας
Τόσο ξέπνοοι
Φουσκώνουμε και ξεφουσκώνουμε 
σαν παραφαγωμένα φεγγάρια
Η λεγεώνα των ηττοπαθών
Ας μας δαγκώσει κάποιος στο σβέρκο να σταματήσουμε να σκύβουμε
Ή ας μας φωτίσει (όποιος)
Θα ονειρευτώ ένα ανύποπτο ξημέρωμα.

Ερωτευμένοι λαθραναγνώστες
Αποφεύγουμε τις πολυσύχναστες οπτικές γωνίες
(αλλά η σκέψη μας υποσκάπτει την πίστη)
και το θάρρος το ξοδέψαμε σε αστεϊσμούς.

Με το ένα μάτι στη ζωή μου
με το άλλο τη ζωή σου νοιάζομαι.
(τα υπόλοιπα ζωτικά μου όργανα διαλογίζονται αγοραφοβικά)
Καλημέρα μόνοι
Ανέτειλε διάφανη θλίψη.

Μ’έκανες να κλάψω Ντανίλο.
Έχω κι αυτόν τον σκοτεινό θάλαμο που περιφέρω απ’το πρωί
Γαμώ τη σκυφτοσύνη μας γαμώ τη σκουντουφλιά μας
Βάλε, βάλε, βάλλομαι
(αλήθεια πώς χορεύεται ο ζάλογγος αν είσαι χελιδόνια;)
Στο μαύρο σκοτάδι ποιος δεν παραπατάει;
Τον έχω ενσωματώσει τον σκοτεινό θάλαμο 
Μια γωνία αναπτύσσεται στο στήθος 
Οξεία.

Θα φταίει ο δυόσμος που έχασα το δρόμο. 
Τόσοι περπατούσαν, κι εγώ από αλλού
Είναι μακριά η θάλασσά μου;

Εγώ κι η χώρα ίδιες αναλογίες φόβου 
ίδια χιλιόμετρα αφύλακτων ακτών

Η βασίλισσα του δράματος δεν ζει χωρίς κοινό
(Φέρτε το πληκτρολόγιο με τα ξυραφάκια)
Μετεκλογικό anticlimax
Άδεια πλατεία

Κλειστό κοχύλι θα ξεκουραστώ
Ούτε με τα μαχαίρια σου θ’ ανοίγω
Επιστρέφω σε οικονομία επιβίωσης
Με χίλια κορμιά θα με παραπατάει η θάλασσα

Τίποτα νορμάλ δεν έχει ενδιαφέρον.
Οι εμφανείς προθέσεις με κάνουν να βαριέμαι.
Επέλεξα να διασχίσω ένα διάδρομο φιδιού.
Είσοδος και έξοδος από την ίδια πόρτα.
Καιρός να μαζέψω το νήμα.
(παραμένοντας αδίδακτη ύλη)

Ανέτειλε η ώρα της 
Σελήνη, 
σε όλη την επιφάνεια επενδυμένη ράφια 
Απ' τη στιγμή που χάθηκε το μέτρο τα μεγέθη παραπλανούν
Δεν έχουμε παρά να το αποδείξουμε 
Με πειραματική παραφυσική
Και επιτέλους, 
Ας ξεπατώσουμε τις δάφνες να μην τις κόβουν άρπαγες και στεφανώνονται.

Χωρίς την παρουσία σωμάτων
όσο κι αν επικοινωνούμε 
όλο και πιο πολύ απομακρυνόμαστε.

Παλεύουμε όλοι, αλλά διαφορετικά φαντάσματα.
Πίστη ή αμφισβήτηση. Υποταγή ή θάνατος. 
Σώμα ή σώμα με σώμα.
Μια ανάλυση δεν αρκεί. 
Θα χρειαστούν χιλιάδες.
Ας μιλήσουμε για πράγματα που μυρίζουν όμορφα, Ιωάννα.
Ο έρωτας. Μυρίζει όμορφα.

Ρόδινη κοριτσίστικη αφύπνιση ο ουρανός πίσω απ’τα μαύρα πεύκα
Η ευλογία των ονείρων σε εγρήγορση
(μπορώ να ελιχθώ μέσα από τα μετάξια μου)
Κοιμίζω ένα ζευγάρι μάτια σε κάθε πτυχή
Πυκνώσαν τα δέντρα
Τα όνειρα φέρνουν τον ύπνο
Όλα εξαντλούνται στο σκοτάδι

Το περιεχόμενο ανακαλύπτεται τυλιγμένο 
σε κεντημένα πανιά απ’τα χεράκια της
Προσεκτικά τ' ανοίγεις τις νύχτες 
Συνθήκες αναερόβιες
Μη βιαστείς να μιλήσεις
Κέντα 
Θα χρειαστεί η αγάπη περιτυλίγματα
(πες επιδέσμους)

Γερνάει ο κόσμος 
μουδιασμένος από υπερβολική κατανόηση
Δεν ενοχλεί κανείς
Κάτσε και σκάλισε με ησυχία τις πληγές.

Οι μοναχικοί της αγέλης ας μεταμορφωθούν σε λύκους
Δείξε τα δόντια σου και κάθομαι να με φας.

Τα μεταξωτά, τα αποστάγματα 
η μελαγχολία, η μελαγχολία, η μελαγχολία 
(μετράω απαγορευμένες πολυτέλειες)


Σε κουβάδες πλαστικούς μαραίνονται 
ανεπίδοτες οι αγάπες. 
Το αργότερο αύριο φτυάρια 
Με το χώμα θα ανακατευτούν

Η ανακούφιση των τοιχωμάτων
όταν αδειάζουν τα νερά 
Κι ας υποψιάζονται την άνυδρη εποχή
Το γάργαρο νερό το μεταλάβαμε 
(παθητική, παρακείμενος)
Είμαι η φωνή και είσαι ο χρόνος.

Γυρίζω γύρω-γύρω 
από τον άξονά μου
γύρω-γύρω από τον άξονά μου
γύρω γύρω
Πέφτω και πέφτουν τα δέντρα πάνω μου
Τα πουλιά πετούν τρομαγμένα.

Οι λέξεις που να χωρίσουμε αδύνατον
εδώ και θα με βασανίζουν 
Θάλασσα
Ανέβα στα κύματα να 'ρθεις
Μέλλων διαρκείας.

Η πόλη που ζω δεν έχει συντεταγμένες, μέρα, νύχτα, ώρες.
Να την κατοικούν επιτρέπεται μόνο οι ιδιόρρυθμοι.

Διάχυση, μέχρι να εξαντληθούν τα τρυφερά αποθέματα 
(τι φως)
Κοίτα πώς βυθίζεται η νύχτα στη σιωπή
Μπαίνουμε στο σκοτεινό δωμάτιο
Μόνο που εδώ είναι σκοπός 
καθόλου να μην αγγιχτούμε
Σλάλομ σωμάτων
(θα ζητήσω μια χορογραφία)
Κι αν λίγο σ’αγγίξουν τα μαλλιά μου;
Θα σταματήσεις;

Όταν κλαις κι όταν θυμώνεις, ίδια ανάσα.

Η ηττοπάθεια είναι καταπραϋντική
Εξ ου κι ο εθισμός.
Χαμομήλια καλύτερα

Εσύ σχεδίασες την πόλη μου κι οι δρόμοι βγάζουνε σε σένα.

Μαύρη ευτυχία. 
Κανένα οξύμωρο.

Βρέχει παλιότερες μέρες.
Οι τρομαγμένες βλεφαρίδες δεν μπορούν να πετάξουν
Την ίδια στιγμή τα κοτσύφια τερματίζουν τον ενθουσιασμό.
Όχι πια δάκρυα, βροχή

Κουρτίνες στα μάτια 
Προμηθευτείτε τις βαριές

Η εκδίκηση είναι τέχνη για λίγους.

Ήρθα εγώ. 
Σε βρήκα στις σκιές 
του κήπου σου να περιμένεις. 
Τα δέντρα καρποφορούσαν πουλιά. 
Τα μάτια μας τα κυνηγούσαμε.

Έχει γεμίσει το σπίτι λέξεις, ακαταστασία, πέφτω συνέχεια πάνω τους
Μόνο να χορέψω με τα χέρια σπανιόλας, διασχίζοντας διαδρόμους
Θα μπορούσες να με δεις και σαν έκκληση 
Μισή προσοχή, μισή ανάταση. Ένας σπασμός στη μέση
Αιφνιδιάζομαι καθέτως, παραδίδομαι οριζοντίως
Ξεφυλλίζοντας την ατζέντα των αγαπητικών 
(δεν είσαι πουθενά)
Κάποιος παρακαλώ τη σφουγγαρίστρα.

Μια προβολή στο μέλλον μπορεί να με σκοτώσει
Έλα εδώ και τώρα μου, 
να ξαναμπώ στο σύννεφό σου.

Από τα αναισθητικά του έρωτα, ο πόνος 
ξυπνάει αφόρητα παρών
Στα ντουβάρια ανακλώνται οι αναπάντητες. 

Πλάνη, πλεκτάνη μου, αράχνη 
Πού μ' έμπλεξες;
Μωρή Αριάδνη
πάμε να πιούμε την άβυσσο ένα βράδυ.

Εκεί που κρύφτηκες δεν βλέπω 
και όλο σείεις φύλλα και με παραπλανάς. 
Από ποια φυλή είσαι;
Αλλόκοτος πολεμιστής
(ή το αρχαίο πνεύμα του;)
Θεότης των δασών και προαιώνια αγάπη
Το βράδυ στις φυλλωσιές θα σε ακολουθήσω
Η μουσική να κυλάει στιλπνή 
πάνω σε πέτρες.

Στο ίδιο μήκος νήματος του πρωινού οι Αριάγνες.
Είμαστε πολλοί. Είμαστε πολλές.

Επιτέλους φανήκαν οι γέφυρες των γυμνών χεριών
Το φύλλο που έπεφτε ήταν μια κίτρινη πεταλούδα 

Αληθινή επανάσταση είναι να σκέφτεσαι τον εαυτό σου
(κανένα σχήμα λόγου)
Αναπτερωτικές καταδύσεις 
(αστεία διατύπωση)
Βουτιά στον ουρανό 
(λίγο πιο σοβαρή διατύπωση)
Άραγε πόσος εαυτός έχει απομείνει στον καθένα;
Τα μέσα μας έχουν μαζικά ισοπεδώσει.
Πλατς.

Σκαλινές μοναξιές
Ξηλώνω δεσμούς αθόρυβα κι αργά
Η νύχτα θα πέσει στο κεφάλι μου μια μέρα 
Μα μην ανησυχείτε, 
είναι από μετάξι.

Αλλάζουν οι θαμώνες του καφενείου 
κι η σκέψη δεν έχει πια τα μάτια του απέναντι
Όταν ξανασηκώνω κεφάλι, άλλα πρόσωπα
Δεν θέλω τετ α τετ
Μια συνομιλία από τα διπλανά καθίσματα 
Ώρες ώρες και μια μαλακία είναι προτιμότερη.

Χθες έλεγα μαχαίρια
σήμερα τσεκούρια θα ξεθάψω
Ήδη ένα γύρω αλκοολικοί ινδιάνοι.
Καθηλωμένοι στην ηλικία της αποχαύνωσης 
Όπου τον πέτυχε τον καθένα.

(Πέφτω στα πόδια σου)
Όπως σωριάζεται η καταιγίδα
Υδράργυρος
Κατέβα διάολε απ’το σταυρό.

Μια διαρκής μετάσταση η ομορφιά στον κόσμο μου 
μέχρι να με σκοτώσει
Κι ούτε κουβέντα πια με τους απρόσβλητους.
Να αποσυρθούμε σε άβατο νησί και να σμιλεύουμε εξαίσιες πληγές
Σώματα μόνο 
τα ονόματα στις βάρκες.
Δεμένη με σχοινί στο πιάνο του βυθού
Να καταλήξω.

Σε όποια δύναμη κι αν υψωθεί το όχι σου 
μονάδα παραμένεις
Θα φέρω να ‘χεις δίπλα σου ακέραιους αριθμούς 
να ανεβαίνεις άπειρο 
να κατεβαίνεις άβυσσο.

Τίποτα πιο τραγικό από το ακατάληκτο 
Θάνατος στη μέση της φράσης.
(οι σφαίρες σκέφτονται πιο γρήγορα).

Έμαθα όλα τα ονόματα των δρόμων σε πόλη πεισματικά ακατοίκητη.

Είναι κάτι μέρες καλοκαιρινές λίγο πριν φυσήξει ο χειμώνας που 
μοιάζουνε μ’αυτές εδώ
Από εκείνη την πλευρά, την εποχή που ζείτε βλέπω
Η δύση σήμερα, μια τρύπα χρώμα όλο μακρινές υποσχέσεις.
Μια μακριά και άχαρη πρόταση
(δίνω οδηγίες στα άλογα κι ύστερα αυτά αναλαμβάνουν)

Μπορείτε πάντα να κάνετε ότι δεν διαβάζετε.

Τον σταματάμε λοιπόν τον χρόνο 
τον κάνουμε τραπεζάκι 
και ακουμπάμε τα πόδια
Κοιτάμε αλλού και πάλι αλλού 
Μέχρι που κάποιος σηκώνεται και το τραπεζάκι γίνεται χρόνος ξανά
Εκτοξεύεται φυσικά 
μας χτυπάει στη μούρη 
μας κόβει την ανάσα ο επανεκκινημένος χρόνος
Σαν νευρικά εκκρεμή
λεπτό λεπτό 
συνερχόμαστε.

Κοιτάζοντας λέξεις, είμαι αναλφάβητη
Δεν αποστηθίζω καμιά λεπτομέρεια
ούτε καν αυτά 
τα άηχα δασέα της λέξης 
φοβάμαι.

Βάψου πόλεμο κι έλα
Αργά ή γρήγορα 
όλα θα σβήσουν ή θα ταφούν
Τα σκαλοπάτια του χρόνου υψώνονται σε κλίμακα
Ας φυσούσε λίγο εδώ μέσα

Μην πατάτε τις νάρκες. 
Σας θέλουμε αρτιμελείς.
Όχι άλλο Ζάλογγο 
(υπάρχει και το Αρκάδι)

Πίσω στην εφηβεία λάμπουν όλα καινούργια
Τα αισθήματα εννοώ 
(και τα κορμιά εννοούνται)

Οδηγούμαστε από πράξεις που οδηγούνται 
από έναν πολύ παλιό εαυτό 
(εμείς τον ξεχάσαμε, αυτός όχι)
Έτσι επαναλαμβάνονται λάθη
πράττοντας.
Όλα στο πρώτο πρόσωπο. 
Αναλαμβάνω τις ευθύνες.

Τόσο μακρύς αποχαιρετισμός γίνεται τυραννικός
Εδώ ο κίνδυνος είναι η πλήξη
Έξω ο κίνδυνος είναι.

Στο τέλος γυρνάω 
Σαν μαλλάκι σε γυναίκειο ώμο
(Ω θεέ μου ακόμα πιστεύω στα τραγούδια)

Το τελευταίο καταφύγιο της οκνηρίας είναι οι λέξεις
Μόνο που χρειάζονται κι άλλα ελαττώματα για να ανθίσουν
Όπως εσύ μωρό μου
Ένας συνήθης ύποπτος αειθαλούς ανθοφορίας.

Ξένος αυτός που παραμένει αναποκρυπτογράφητος 
Ξένος αυτός που παραμένει ξένος
Εκών, ξένε μου.
Εύχομαι η ματιά μου να πονάει 
τόσο όσο η δική σου.

Σε κανένα κόσμο δεν έρχομαι χωρίς σεισμό

Κάποια στιγμή ραγίζει ο φλοιός 
Καθένας πατάει και σ' άλλο νησί.


Τα δέντρα που πέφτουν θρηνούν γιατί ερημώνονται 
Μόλις κι ο τελευταίος κάτοικος αποχωρήσει, συνειδητοποιούν πως θα πεθάνουν.
(θα έγραφα “τελευταίο σκουλήκι” αλλά φοβήθηκα μη σας προσβάλω)

Η αλήθεια αποφεύγει σαν το διάολο την αγάπη
Ιογενής αγάπη
Κόντρα σε κάθε ρατσισμό, αρρώστια αγάπη
(αναμένονται οι επιστήμονες για τα πειράματα)
Το δέντρο στο μεταξύ 
ξυλεύτηκε.

Πες κάτι ποιητή που είμαστε μόνοι
Τόσα χρόνια κοπιάζω να χαράξω τον κύκλο 
Πού να ‘ξερα ότι δεν θα πήδαγε μέσα κανείς
Δύο
Είν' η ευλογημένη μοναξιά 
Είμαστε;
Θλιμμένοι, ένα ποτάμι ξέχειλο 
Ήρθε η ώρα ν' αποτραβηχτεί.
Σ’ένα τατάμι μνήμα, μια κουβερτούλα για το βράδυ
Στα πόδια μου στάλες βροχής
Έξω απ' το χώμα, νύχια 
προς το παρόν γαλάζια
Συστροφή 
Ολονύχτια συστροφή
Αύριο δείχνουμε σεντόνια.

Έξι κορμιά δεξιά ο ήλιος επελαύνει εξαχνώνοντας φαντάσματα
(ο χώρος και τα χρόνια μετριούνται με κορμιά)

Μ' αγριεύει η βροχή με χτυποκάρδια
Βλέπει κανείς πλατύφυλλο 
κάτω από στέγη να κουλουριαστώ;
Στους ουρανούς εκτεθειμένη
Προσεύχομαι κεραυνοβόλημα
(Στείλε μου δυο μυτιές, μια έμπνευση, ρε φίλε)


Η βροχή κύλησε κάτω από τα πόδια μας ένα χαλάκι χρόνου.

Και η ντροπή, εξίσου άχρηστη με την ενοχή.

Οι έξυπνοι νάρκισσοι στο τέλος μελαγχολούν
Δεν μίλησα εγώ για λίμνη
Εσύ έμεινες να την κοιτάς
Όλες οι γυναίκες είναι όμορφες σιωπηλές
Κι εσύ ο πιο όμορφος απ’όλους
Ο στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 
Ανδιανεύ μου.

Μαργαριτάρια στο φαράσι της νύχτας
Πέταξέ μου, στο παραθύρι ξαγρυπνώ.

Οι Κυριακές εκδικούνται τους θυμωμένους.
Καταλαβαίνεις, μεταλαβαίνεις 
(και από δισκοπότηρα όσα θες)
Λίγα δάκρυα ακόμη; 
Η λέξη απουσία αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο επιστροφής. 
Θα γράφω απώλεια λοιπόν, 
να ευχαριστηθείς θάνατο καρδιά μου.


Στενός κορσές η θλίψη, τα στήθη δεν αντέχουν.
Κόψε μου τα λουριά.

Ο κυνισμός μας κάνει απρόσβλητους μα ποιος ο λόγος πίσω από χοιρόδερμα να ζω;

Ήλιος σε χειρουργείο
(Έχω κάνει αφαίρεση καρδιάς αλλά φοβάμαι απέτυχε)
Μου λένε, η μνήμη της καρδιάς πονάει, η θέση, η τρύπα, το κενό
Ο αέρας στο στήθος μου πονάει
Έχουν όλοι οι ανάπηροι τέτοια ιστορία να αφηγηθούν
και οι αρτιμελείς, τη βρίσκουν πάντα αστεία.

Από αυτόν που σε χτυπάει θες το χάδι 
αλλά κι ο ήλιος ξέρει να παρηγορεί γλυκά.
Ακτίς ηλίου μου
χρυσής ημέρας βλέφαρο, άνοιξε 
δες και κλείσε με ξανά.

Θύμησέ μου
Εκείνη τη φωτίτσα που μου κοκκίνιζε τ’αυτιά.

Λάσπες στην όχθη, δεν βρίσκω πέτρες μια γέφυρα ν' απλώσω 
Σκυμένη όλη μέρα
Από λέξεις φτωχή, ποτέ από λεφτά
(θα με συλλάβουν για επαιτεία)

Πέτρα την πέτρα ορίζεται η διαδρομή μου 
(πάντα εκ των υστέρων)

Σε ντρέπομαι άρα, σε ξέχασα. 

Σε γράδα επιθυμίας ο θάνατος ξεπερνάει τον έρωτα
Τον χειμώνα ονειρεύομαι το κρύο της θάλασσας 
Το καλοκαίρι τη θέρμη της πυρκαγιάς
Κατά την αρμονική και πένθιμη φορά των φυσικών μεγεθών
Εγκαταλείπομαι.

Τα ίχνη σου πάνω στο χάρτη, το ξαπλωμένο σώμα της ζωής σου.

Όλοι οι χωρισμοί ξεκινούν από μια απομυθοποίηση
Κι όλες οι επανασυνδέσεις από μια επανεκκίνηση 
Άντληση από το πιο οξύ πηγάδι της μνήμης.
(Βγάλε με φτυάρι τα χώματα)
Για να θυμάσαι πρέπει να μοχθείς.
“Α! Μα εγώ δεν έχω χρόνο! Ζω αυτά που γράφω”

Το βράδυ σε πνίγω στη θάλασσά σου, Πρωτέα.
Φαντάσου τη σαν λάθος 
Μια παρεξήγηση βαθιά και πλατιά 
όσο η θάλασσα.
Ύστερα σκίσου πουλί μου και ράψε τα χείλη.

Ξημέρωσε Πέμπτη και είναι ακόμα νύχτα Κυριακής.
Κανένα χτύπημα να μην υποτιμάται 
Μπεταντίν και σουλφαμιδόσκονη
Η κατάσταση παραμένει γριφώδης.

Κάποιος εκεί έξω καρφώνει πεταλούδες, 
τις περνάει σε κλωστή 
και τις εξαναγκάζει σε κεντρομόλο περιστροφή
Ο θεός είναι σύνδρομο.

Δεν είχα υπολογίσει τη σκληρότητα του πάγου στο πρόσωπό σου.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου